Ο Φάρος των Κιτριών

Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1892. Το ύψος του πύργου του είναι 11 μέτρα και το εστιακό του ύψος είναι 31 μέτρα. Βρίσκεται στο ακρωτήριο Κιτριών στον Μεσσηνιακό κόλπο. Η πρόσβαση προς την περιοχή του φάρου ήταν δύσκολη, διότι αρχικά δεν υπήρχε ούτε καν μονοπάτι και για να φτάσει κανείς εκεί έπρεπε να πεζοπορήσει τουλάχιστον μία ώρα από τον οικισμό των Κιτριών σε δύσβατο έδαφος. Στην συνέχεια, σχηματίστηκε μονοπάτι, το οποίο όμως σήμερα έχει πάλι κλείσει λόγω των πυκνών θάμνων.

Σήμερα η πρόσβαση είναι εύκολη, διότι προ δεκαετίας περίπου έχει ανοιχτεί αγροτικός δρόμος σε παρακαμπτήριο από τον κεντρικό δημοτικό Κιτριών- Καλιαναίϊκων. Το κτηριακό συγκρότημα του φάρου χτισμένο σε υψόμετρο 20μ. από τη θάλασσα έχει διαστάσεις 7,00 Χ 11,5μ. και συνολικό εμβαδόν 80τ.μ. Ως κεφαλή στην κορυφή του πύργου επικάθεται μεταλλικός κλωβός με το φωτοστάσιο σε εστιακό ύψος 31 μέτρα με αλεξικέραυνο. Το γεωγραφικό πλάτος του φάρου βρίσκεται σε στίγμα 36° 55’ Ο’’ Βόρειο, το γεωγρ. μήκος σε 22° 07’ 6’’ Ανατολικό και με Αριθμό στον Ελληνικό Φαροδείκτη (ΑΕΦ) 2260-Ε 4032.

Πρωτολειτούργησε την 1-6-1892 κατόπιν της υπ’ αριθμ. 27/1-5-1892 εγκυκλίου αναγγελίας του Υπουργείου Ναυτικών ως επιτηρούμενος με το περιστροφικό σύστημα Sautter Lemonnier, με ωρολογιακό μηχανισμό περιστροφής με αντίβαρα και πηγή ενέργειας το πετρέλαιο. Εξέπεμπε λευκό σταθερό φως μιας λευκής αναλαμπής ανά 30 δηλ. και φωτοβολία 10 ν. μιλίων.

Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ο φάρος παρέμεινε σβηστός. Τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής απεχώρησαν από την Καλαμάτα στις 6-9-1944, λίγες δε ημέρες πριν αποχωρήσουν καννονιοβόλησαν το φάρο από τα παράκτια πυροβολεία της Καλαμάτας με σκοπό να τον καταστρέψουν.

Ο καννονιοβολισμός, όμως, δεν έφερε αποτέλεσμα εκτός από μία οβίδα, η οποία έπληξε το βόρειο μέρος της κατοικίας των φαροφυλάκων, χωρίς όμως να διαπεράσει τον τοίχο, ούτε να προκαλέσει ιδιαίτερες σοβαρές ζημιές, παρά μόνο στη τοιχοποιία. Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, στα πλαίσια της ανασυγκρότησης του φαρικού δικτύου, ο φάρος επανελειτούργησε ως επιτηρούμενος, με το σύστημα που προαναφέραμε.

Το 1950 η Υπηρεσία Φάρων αντικατέστησε τα μηχανήματα πετρελαίου με αυτόματο πυρσό ασετυλίνης Chance 800m/m Αγγλικής κατασκευής. Από τότε ο φάρος μετετράπη από επιτηρούμενος σε ανεπιτήρητο, λειτουργούσε δε με χαρακτηριστικό δύο λευκών αναλαμπών ανά 12 δλ. και φωτοβολία 12 ν. μιλίων.

Το 1999 μετατράπηκε σε ηλιακό με χαρακτηριστικό δύο λευκών αναλαμπών ανά 12 δλ. η δε φωτιστική του εμβέλεια περιορίσθηκε στα 7 ν. μίλια. Μετά την αυτοματοποίηση του φάρου και της αποσύρσεως το έτος 1953 και του τελευταίου φαροφύλακα κ. Γεωργίου Λαγουδάκου ο φάρος έμεινε μόνος και απροστάτευτος από τη φθορά του χρόνου. Με εξαίρεση την κατ’ έτος περιοδική συντήρηση των φωτοβολικών μηχανημάτων από το φαρόπλοιο, ίσως από τότε που χτίστηκε να μην έχει υποστεί καμία επισκευή η συντήρηση και το κτηριακό συγκρότημα σήμερα να βρίσκεται σε κακή κατάσταση.

Ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξει κάποια κρατική μέριμνα ώστε να αποκατασταθούν οι ζημιές και οι φθορές, που είναι και δείγμα καλής Ελληνικής παρουσίας στο χώρο της Τέχνης και του Πολιτισμού, για να διασωθεί το εξαιρετικό αυτό μνημειακό κτήριο πού δεσπόζει ως βασικό τοπόσημο στην είσοδο του Μεσσηνιακού Κόλπου.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε αυτούς πού κατά καιρούς υπηρέτησαν στον φάρο ως φαροφύλακες, οι οποίοι απομονωμένοι και κάτω από δύσκολες συνθήκες ξαγρυπνούσαν για να μη σβήσει ο φάρος. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πάντοτε υψηλό το αίσθημα της ευθύνης, γιατί απ’ αυτούς κρέμονταν οι ζωές των ναυτικών.

Αναδημοσίευση από το www.mani.org.gr